Δευτέρα, Ιούνιος 02, 2008


ΟΙ ΗΡΩΕΣ

Οι ήρωες αφήνουν σιωπηλοί
στα στενοσόκακα
τα παγωμένα βήματά τους,
μακριά από του κόσμου τις παρέες
και τ` αντιλάμπισμα μιας αναμμένης κάμερας.
Ο δρόμος τους περνά ευθεία τη ζωή,
χωρίς στροφές,
ούτ` ένα νεύμα, ένα χαίρε,
ενώ στο νότο τα πουλιά
ραμφολογούνε καλησπέρες,
έχοντας χρόνια ν` απαντήσουνε διαβάτη
απ` το βορρά.

Οι ήρωες φορούν προβιές μονάχα,
λέπια σαρδέλας, πέτρινα παπούτσια
και καπέλα από χαρτί εφημερίδας.
Είναι, θαρρείς, βγαλμένοι -σαν κομμάτι- απ` το τοπίο
και δεν τους ξεχωρίζεις στον ορίζοντα.
Μιλούνε μεταξύ τους κάποια γλώσσα ξεχασμένη,
ακρυπτογράφητη,
σε πλάκες από χώμα κι ουρανό.
Ακούμε –μεις οι άλλοι- στα νυχτέρια μας τραγούδια,
τους μυστικούς θιάσους να περνούν
και να χορεύουνε ένα σκοπό,
που δεν είναι τραγούδι,
μα οι ανάσες τους

Τώρα,
στο φθινοπώριασμα της ζήσης μας,
τους ψάχνουμε
σε πάπυρους illustration, παλλόμενες εικόνες,
στίχους χαζούς, σε ονειροπολήματα
νεφελοκρέμαστα και τυμπανοκρουσμένα.
Τα παγωμένα βήματά τους πέρασαν σιμά μας.
Σχεδόν μας άγγιξε η ανάσα τους,
κάτι ψιθύρισε
και σαν το ψάρι φοβισμένη
επέστρεψε στα στόματά τους.
Για μια στιγμή!
Μετά μας άφησαν και πήγανε αλλού.
Δεν τους γνωρίσαμε ποτέ
κι ας θέλαμε. Το θέλαμε;

(1ο Βραβείο στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό Ολυμπιακής Στέγης Δημητρίου Βικέλα 2008)


ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ "ΝΟΣΕΙ"

Όσοι έχουμε περάσει από τα ελληνικά Πανεπιστήμιο και νοιαζόμαστε για την καλύτερη λειτουργία τους, το λιγότερο στενοχωριόμαστε με την τωρινή κατάστασή τους και τα πρόσφατα θλιβερά γεγονότα. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο "νοσεί". Αυτό είναι ηλίου φαεινότερον και το παραδέχονται όλοι, φοιτητές, κυβέρνηση, καθηγητές και κοινωνία. Το θέμα είναι τι και τις πταίει.
Καταρχάς, είναι απαράδεκτη παραβίαση της δημοκρατίας η κλοπή των καλπών και τα όσα διαδραματίστηκαν στις πρυτανικές εκλογές. Η βίαιη παρακώλυση των δημοκρατικών διαδικασιών σε οποιοδήποτε επίπεδο μόνο κακό προξενεί στην ελληνική κοινωνία. Οι διαμαρτυρίες και οι αντίθετες απόψεις είναι σεβαστές και θεμιτές. Σε καμιά περιπτωση όμως δε δικαιολογούν τη χρήση βίας οποιασδήποτε μορφής. Νομίζω ότι διαθέτουμε άλλους τρόπους διαμαρτυρίας και -δόξα τω Θεώ- ποικίλα μέσα για να τις εκφράσουμε. Τα πρόσφατα γεγονότα των πρυτανικών εκλογών μας πήγαν πολύ πίσω και εκφράζουν τα αδιέξοδα της δημοκρατίας μας. Όταν μια μερίδα πολιτών καταφεύγει στη βία για να προασπίσει τις ιδέες της, όταν ερμηνεύει το δημοκρατικό δικαίωμα της διαμαρτυρίας με αυτό τον τρόπο, τότε κάτι πάει στραβά στην κοινωνία μας. Τέλος πάντων, πρόκειται για ένα μεγάλο θέμα και δε θα `θελα εδώ να επεκταθώ.
Αν η παρεμπόδιση των πρυτανικών εκλογών αποτελεί ανησυχητικό σημάδι για τη δημοκρατική ζωή μας, τί να πει κανείς τότε για την άνανδρη επίθεση στους φύλακες του ΑΠΘ. Το γεγονός με λυπεί ως άνθρωπο, καθώς πρόκειται γαι απλούς εργαζομένους, οι οποίοι θα μπορούσαν να είναι αδέρφια μας, παιδιά μας, φίλοι μας. Βρίσκονταν στη θέση τους για να βγάλουν το ψωμί τους και τελικά το πλήρωσαν με τη σωματική τους ακεραιότητα. Δε θέλω να συσχετίσω το γεγονός με τις διαμαρτυρίες των φοιτητών, γιατί ίσως τους αδικήσω. Πρόκειται όμως για μια καθαρά εγκληματική ενέργεια και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Σε αυτό το σημείο τίθεται και το ζήτημα του ασύλου. Θεωρώ ότι είναι ένας αναχρονιστικός θεσμός, που δεν εξυπηρετεί καμία απολύτως ανάγκη της κοινωνίας μας. Χούντα δεν έχουμε, λογοκρισία δεν υπάρχει, καθένας μπορεί ελεύθερα να εκφράσει τις ιδέες του εντός και εκτός Πανεπιστημίου. Επομένως, ποια είναι η αναγκαιότητα του ασύλου; Πρακτικά, το μόνο που δημιουργεί είναι μια ζώνη ελεύθερης εγκληματικότητας, ένα χώρο-άβατο για την αστυνομία. Οι υποστηρικτές του συχνά αρκούνται σε μια ρητορική καταστροφολογίας ως προς τις επιπτώσεις κατάργησής του. Νομίζω ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κάτι το οποίο ασπάζεται και η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας. Πιστεύω ότι ο ελληνικός λαός θα ξεσηκωνόταν, αν υπήρχε κάποια υποψία φίμωσης των δημοκρατικών ελευθεριών στα Πανεπιστήμια. Δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αντ` αυτού βλέπει οργισμένος ιδιωτικές περιουσίες αλλά και τη δική του περιουσία -το δημόσιο Πανεπιστήμιο- να καταστρέφονται από άνομες μειοψηφίες. Έπειτα, η διαμορφούμενη εικόνα για τους πανεπιστημιακούς χώρους είναι αυτή μιας άναρχης γκρίζας ζώνης, όπου φοβάται κανείς να περάσει τα βράδια ή να αφήσει το αυτοκίνητό του. Μπορεί ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο να σταθεί ανταγωνιστικό απέναντι στα ιδιωτικά ανώτατα ιδρύματα ή πολύ περισσότερο απέναντι στα Πανεπιστήμια της αλλοδαπής; Πολύ φοβάμαι πως όχι.
Δεν είμαι ωστόσο απ` αυτούς που θεωρούν την εκάστοτε κυβέρνηση άμοιρη ευθυνών. Κύριοι κυβερνώντες, θέλετε ιδιωτικά Πανεπιστήμια; Πολύ καλά. Πρώτα όμως κάντε τα δημόσια Πανεπιστήμια ανταγωνιστικά, εξοπλίστε τα με τις απαραίτητες υποδομές και μετά δημιουργήστε και ιδιωτικά. Φοβάμαι ότι τα περισσότερα δημόσια ιδρύματα θα μπουν στο χορό του ανταγωνισμού από μειονεκτική θέση. Υπάρχουν ασφαλώς και οι εξαιρέσεις, οι οποίες όμως επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ποιον κανόνα; Αυτόν, που θέλει τα δημόσια Πανεπιστήμια να στερούνται βασικών υποδομών (εργαστήρια, βιβλιοθήκες, αίθουσες, επαρκές διδακτικό προσωπικό), να μην αξιολογούνται (άρα να μην έχουν και το κίνητρο και την πίεση να γίνουν καλύτερα), να μην καλλιεργούν το κριτικό πνεύμα και την έρευνα αλλά την αποστήθιση, λειτουργώντας ως προέκταση του Λυκείου.
Πολλά ανώτατα ιδρύματα (κυρίως της επαρχίας) "βολεύονται" σε ακατάλληλες κτιριακές εγκαταστάσεις, με ελλιπές προσωπικό και χωρίς κάποιες βασικές υποδομές. Η δημιουργία τους εξυπηρετεί εν πολλοίς ψηφοθηρικούς λόγους και μια διαστρεβλωμένη αντίληψη περί αποκέντρωσης. Οι τοπικές οικονομίες "βολεύονται" με τη σειρά τους προσωρινά και ευκαιριακά. Ωστόσο, ούτε το οικονομικό τέλμα της παραμελημένης επαρχίας λύνεται ούτε δημιουργούνται σωστά οργανωμένα και ανταγωνιστικά εκπαιδευτικά ιδρύματα με προοπτικές. Ας αποφασίσουν λοιπόν οι εκάστοτε κυβερνώντες τι θέλουν πραγματικά. Πολλές επαρχιακές σχολές που φυτοζωούν και πρόσκαιρες λύσεις ή λίγα και σωστά οργανωμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Τα φημισμένα Πανεπιστήμια στις διάφορες αγγλικές πόλεις ίσως αποτελούν το καλύτερο παράδειγμα εκπαιδευτικής αποκέντρωσης. Ας διδαχθούμε λοιπόν.
Όχι βέβαια ότι στα μεγάλα Πανεπιστήμια η κατάσταση είναι καλύτερη. Για όσους περάσαμε από τα αμφιθέατρα και τις αίθουσες ενός Πανεπιστημίου είναι αδήριτη ανάγκη να δημιουργηθούν νέοι χώροι διδασκαλίας, ώστε να μειωθεί ο αριθμός των φοιτητών ανά μάθημα. Με τριακόσια άτομα στην αίθουσα τι μάθημα να γίνει; Η έλλειψη εργαστηρίων και βιβλιοθηκών ακόμη και στα Πανεπιστήμια των μεγάλων πόλεων είναι ένα ακόμη ζήτημα. Τώρα μάλιστα με τις διαδικτυακές βιβλιοθήκες το κόστος και ο χρόνος οργάνωσης μιας πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης μειώνονται αισθητά. Λίγη θέληση και προγραμματισμός απαιτούνται.
Ευχής έργον θα ήταν να είχαμε πάντα εσωτερικά (ή αυτόνομα κατά την Παιδαγωγική Ψυχολογία) κίνητρα για να βελτιωθούμε. Να θέλαμε δηλαδή από μόνοι μας να γίνουμε καλύτεροι και όχι γιατί κάποιος μας πιέζει ή μας αναγκάζει. Δυστυχώς, η πραγματικότητα απέχει παρασάγγας από αυτή την ιδανική κατάσταση. Για αυτό υπάρχει η αξιολόγηση. Να μας υποδεικνύει τα λάθη και να μας ωθεί προς το καλύτερο. Είναι πρωτεύουσας σημασίας η καθιέρωσή της σε όλες της βαθμίδες της εκπαίδευσης. Επειδή όμως ο πάντα καχύποπτος Έλληνας φοβάται την κομματικοποίηση κάθε κρατικής πρωτοβουλίας, η κυβέρνηση πρέπει να διαφυλάξει την αξιοκρατία της αξιολόγησης. Με ΚΑΘΕ πολιτικό κόστος! Στην αρχή θα υπάρχουν καχύποπτα σχόλια και επιφυλάξεις, αλλά στο τέλος θα καμφθούν. Ισχυρή λοιπόν πολιτική βούληση είναι το ζητούμενο.
Το ελληνικό δημόσιο Πανεπιστήμιο "χωλαίνει" και σε καμιά περίπτωση δε μας ικανοποιεί η τωρινή του κατάντια. Τι κάνουμε για αυτό; Τι και τις πταίει; Θά θελα τα σχόλια σας για τις σκέψεις μου.

Τετάρτη, Μάϊος 28, 2008

DOPING ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ







Τους τελευταίους μήνες τα κρούσματα doping πολλαπλασιάστηκαν με γεωμετρική πρόοδο. Το «αθλητικό» και «ολυμπιακό» κίνημα στην Ελλάδα (αν όντως υφίστανται τέτοιες έννοιες σήμερα και δεν αποτελούν κενές γραφικότητες) δέχτηκαν ανεπανόρθωτα πλήγματα. Δεν είναι τόσο οι παρανομίες, που κηλίδωσαν το μητρώο του ελληνικού αθλητισμού. Είναι κυρίως η δυσπιστία του κόσμου απέναντι σε ρεκόρ και επιτυχίες ελλήνων και ξένων αθλητών. Πώς να παρακολουθήσεις πια Ολυμπιακούς Αγώνες και λοιπές αθλητικές διοργανώσεις, όταν νιώθεις σχεδόν σίγουρος για το πλαστό της επίδοσης; Πώς να χειροκροτήσεις, να αισθανθείς δέος ή να ενθουσιαστείς με κάποιον αθλητή, όταν η υποψία του doping θα πλανάται πάνω από κάθε επίδοση; Αισθάνομαι ότι ο κόσμος θα είναι λιγότερο ενθουσιασμένος με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνο και πιθανότατα και με μελλοντικά αθλητικά γεγονότα.
Ωστόσο, θεωρώ ότι τα παραπάνω αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Ο αφανής όγκος του προβλήματος κάτω από την επιφάνεια είναι και ο πιο σημαντικός. Άραγε, το doping αφορά μόνο την αθλητική ελίτ, τους καταξιωμένους και ακριβοπληρωμένους αθλητές, που προσπαθούν να καταρρίψουν κάποιο ρεκόρ; Η ερασιτεχνική βάση των αθλητών δεν έχει σχέση με το πρόβλημα; Δυστυχώς, οι αναφορές για κρούσματα doping σε μαθητικούς αγώνες και για χρήση παράνομων ουσιών σε γυμναστήρια μάλλον συνηγορούν προς το αντίθετο. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την αφρόκρεμα του ελληνικού αθλητισμού αλλά το σύνολο. Οι αιτίες; Όταν η εισαγωγή σε πανεπιστημιακά ιδρύματα ή ο διορισμός στο δημόσιο «χαρίζονται» απλόχερα και εν πολλοίς άδικα σε διακεκριμένους αθλητές, το δέλεαρ είναι πολύ μεγάλο. Καλώς ή κακώς, η αθλητική σταδιοδρομία ενέχει κινδύνους, τραυματισμούς και δεν παρέχει καμιά εξασφάλιση. Το ναδίρ από το ζενίθ απέχουν ελάχιστα, όσο μια κακιά στιγμή στον αγώνα. Επίσης, καλώς ή κακώς, τα ιδανικά και τα οράματα του σύγχρονου νεοέλληνα εξαντλούνται για πολλούς σε ένα δημόσιο διορισμό. Συνδυάστε τις παραπάνω δύο διαπιστώσεις και εύκολα γίνεται κατανοητό το πόσο ισχυρό είναι το κίνητρο για τους Έλληνες αθλητές να κυνηγήσουν τη διάκριση με κάθε αθέμιτο μέσο. Διαφωτιστική στο συγκεκριμένο θέμα είναι η συνέντευξη της κολυμβήτριας Μ. Δακουτρού στο περιοδικό "Κ" της Καθημερινής (25-5-2008).
Τώρα, για το αν η κατάργηση των χαριστικών προνομίων θα επιφέρει την κάθαρση του ελληνικού αθλητισμού δεν είμαι απόλυτα σίγουρος. Δε γνωρίζω τι καθεστώς πριμοδοτήσεων ισχύει σε άλλες χώρες και ποια η έκταση του προβλήματος εκεί. Ίσως το παράδειγμα άλλων χωρών στο συγκεκριμένο ζήτημα αποτελέσει οδηγό για την εξεύρεση λύσεων. Όπως και να `χει όμως, νομίζω ότι η κατάργησή τους είναι ένα πρώτο βήμα. Τουλάχιστον, ας ισχύσουν τα προνόμια μόνο για εισαγωγή στα ΤΕΦΑΑ ή για διορισμό σε δημόσιες θέσεις που αφορούν τον αθλητισμό (π.χ. γυμναστές σε σχολεία). Είναι προκλητικό για όλους εμάς τους υπολοίπους (ο γράφων είναι εις εξ` αυτών) να μοχθούμε, διαβάζοντας νυχθημερόν, να περάσουμε σε μια σχολή και στη συνέχεια να διοριστούμε στο δημόσιο. Είναι επομένως πιθανό ότι με την έλλειψη των κινήτρων θα μειωθούν και τα κρούσματα.
Βέβαια, η επίτευξη ενός στόχου (μετάλλιο = καταξίωση, διορισμός, εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο ανεξεταστί) με αθέμιτα μέσα (παράνομες ουσίες) δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των αθλητών. Δεν μπορούν δηλαδή οι αθλητές να χαρακτηριστούν ως τα νοσηρά κύτταρα μιας κατά τ` άλλα υγιούς ελληνικής κοινωνίας. Σκεφτείτε το! Ποια είναι τα ιδανικά της νεοελληνικής κοινωνίας; Το ρουσφέτι, η αναξιοκρατία, το βόλεμα, η ελάχιστη προσπάθεια για το μέγιστο κέρδος. Ορδές ψηφοφόρων κατακλύζουν τα βουλευτικά γραφεία για κάποιο μικρο- ή μεγαλορουσφέτι. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι «χωρίς μπάρμπα στην Κορώνη» δεν πας πουθενά. Δεν παίρνεις μετάθεση, δε διορίζεσαι, δε γίνεται η δουλειά σου. Συνεπώς, το αθέμιτο μέσο, το ρουσφέτι δηλαδή, είναι η μόνη λύση για την επίτευξη του στόχου μας. Μήπως το ίδιο δεν κάνουν και οι αθλητές; Ο στόχος είναι ο ίδιος, τα μέσα για τη επίτευξή του το ίδιο αθέμιτα, απλά διαφορετικής μορφής. Σα να λέμε δηλαδή ότι στη μια περίπτωση σκοτώνεις κάποιον με μαχαίρι και στην άλλη με πιστόλι. Το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο.
Για ποιο λόγο όμως το doping εγείρει τόσες αντιδράσεις, ενώ το ρουσφέτι θεωρείται ως ένα εγγενές χαρακτηριστικό της νεοελληνικής κοινωνίας; Γιατί το ρουσφέτι δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης σε τηλεοπτικά παράθυρα, σε επιστημονικά συμπόσια και στον τύπο; Γιατί δεν πουλάει τόσο όσο το doping; Μήπως είναι λιγότερο επιβλαβές για την κοινωνία μας; Σαφώς και όχι. Η αναξιοκρατία και η ευνοιοκρατία τρώνε σα σαράκι τα θεμέλια και της προοπτικές υγιούς ανάπτυξης της κοινωνίας μας. Όμως, δε σκοτώνουν, δε βλάπτουν την υγεία μας και κυρίως δεν κηλιδώνουν την εθνική μας αξιοπρέπεια. Δε ρίχνουν στον κάλαθο των αχρήστων επιτυχίες, που κάποτε μας έκαναν εθνικά περήφανους. Δεν καταστρέφουν είδωλα και ήρωες. Με λίγα λόγια το ρουσφέτι δε θίγει τους εθνικά ευαίσθητους αισθητήρες μας, όπως η ανακοίνωση κρούσματος doping σε κάποιον πρωταθλητή μας. Τότε εξοργιζόμαστε, καμωνόμαστε τους αδιάφθορους κριτές, ενώ συγχρόνως τα ζήτω και οι εθνικές μας κορώνες είναι αυτά που τρέφουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό των αθλητών. Την ίδια στιγμή στρουθοκαμηλίζουμε, ξεχνώντας ότι συχνά «ντοπάρουμε» τους εαυτούς μας με κάποιο ρουσφετάκι. Ο ντοπαρισμένος αθλητής ξεπουλά την υγεία του (ενίοτε και τη ζωή του) και την αθλητική του αξιοπρέπεια, εμείς το υπέρτατό μας όπλο απέναντι στην αυθαιρεσία των κυβερνώντων, την ψήφο μας.
Το doping λοιπόν δεν είναι αποκλειστικό πρόβλημα της αθλητικής ελίτ, αλλά αφορά όλη την αθλούμενη κοινότητα, ενώ σε τελική ανάλυση αποτελεί την άλλη όψη της παθογένειας που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική κοινωνία. Συνεπώς, το doping είναι ένα αθλητικό πρόβλημα με ποικίλες κοινωνικές προεκτάσεις. Θα χαρώ πολύ για τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας.