Τους τελευταίους μήνες τα κρούσματα doping πολλαπλασιάστηκαν με γεωμετρική πρόοδο. Το «αθλητικό» και «ολυμπιακό» κίνημα στην Ελλάδα (αν όντως υφίστανται τέτοιες έννοιες σήμερα και δεν αποτελούν κενές γραφικότητες) δέχτηκαν ανεπανόρθωτα πλήγματα. Δεν είναι τόσο οι παρανομίες, που κηλίδωσαν το μητρώο του ελληνικού αθλητισμού. Είναι κυρίως η δυσπιστία του κόσμου απέναντι σε ρεκόρ και επιτυχίες ελλήνων και ξένων αθλητών. Πώς να παρακολουθήσεις πια Ολυμπιακούς Αγώνες και λοιπές αθλητικές διοργανώσεις, όταν νιώθεις σχεδόν σίγουρος για το πλαστό της επίδοσης; Πώς να χειροκροτήσεις, να αισθανθείς δέος ή να ενθουσιαστείς με κάποιον αθλητή, όταν η υποψία του doping θα πλανάται πάνω από κάθε επίδοση; Αισθάνομαι ότι ο κόσμος θα είναι λιγότερο ενθουσιασμένος με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνο και πιθανότατα και με μελλοντικά αθλητικά γεγονότα.
Ωστόσο, θεωρώ ότι τα παραπάνω αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Ο αφανής όγκος του προβλήματος κάτω από την επιφάνεια είναι και ο πιο σημαντικός. Άραγε, το doping αφορά μόνο την αθλητική ελίτ, τους καταξιωμένους και ακριβοπληρωμένους αθλητές, που προσπαθούν να καταρρίψουν κάποιο ρεκόρ; Η ερασιτεχνική βάση των αθλητών δεν έχει σχέση με το πρόβλημα; Δυστυχώς, οι αναφορές για κρούσματα doping σε μαθητικούς αγώνες και για χρήση παράνομων ουσιών σε γυμναστήρια μάλλον συνηγορούν προς το αντίθετο. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την αφρόκρεμα του ελληνικού αθλητισμού αλλά το σύνολο. Οι αιτίες; Όταν η εισαγωγή σε πανεπιστημιακά ιδρύματα ή ο διορισμός στο δημόσιο «χαρίζονται» απλόχερα και εν πολλοίς άδικα σε διακεκριμένους αθλητές, το δέλεαρ είναι πολύ μεγάλο. Καλώς ή κακώς, η αθλητική σταδιοδρομία ενέχει κινδύνους, τραυματισμούς και δεν παρέχει καμιά εξασφάλιση. Το ναδίρ από το ζενίθ απέχουν ελάχιστα, όσο μια κακιά στιγμή στον αγώνα. Επίσης, καλώς ή κακώς, τα ιδανικά και τα οράματα του σύγχρονου νεοέλληνα εξαντλούνται για πολλούς σε ένα δημόσιο διορισμό. Συνδυάστε τις παραπάνω δύο διαπιστώσεις και εύκολα γίνεται κατανοητό το πόσο ισχυρό είναι το κίνητρο για τους Έλληνες αθλητές να κυνηγήσουν τη διάκριση με κάθε αθέμιτο μέσο. Διαφωτιστική στο συγκεκριμένο θέμα είναι η συνέντευξη της κολυμβήτριας Μ. Δακουτρού στο περιοδικό "Κ" της Καθημερινής (25-5-2008).
Τώρα, για το αν η κατάργηση των χαριστικών προνομίων θα επιφέρει την κάθαρση του ελληνικού αθλητισμού δεν είμαι απόλυτα σίγουρος. Δε γνωρίζω τι καθεστώς πριμοδοτήσεων ισχύει σε άλλες χώρες και ποια η έκταση του προβλήματος εκεί. Ίσως το παράδειγμα άλλων χωρών στο συγκεκριμένο ζήτημα αποτελέσει οδηγό για την εξεύρεση λύσεων. Όπως και να `χει όμως, νομίζω ότι η κατάργησή τους είναι ένα πρώτο βήμα. Τουλάχιστον, ας ισχύσουν τα προνόμια μόνο για εισαγωγή στα ΤΕΦΑΑ ή για διορισμό σε δημόσιες θέσεις που αφορούν τον αθλητισμό (π.χ. γυμναστές σε σχολεία). Είναι προκλητικό για όλους εμάς τους υπολοίπους (ο γράφων είναι εις εξ` αυτών) να μοχθούμε, διαβάζοντας νυχθημερόν, να περάσουμε σε μια σχολή και στη συνέχεια να διοριστούμε στο δημόσιο. Είναι επομένως πιθανό ότι με την έλλειψη των κινήτρων θα μειωθούν και τα κρούσματα.
Βέβαια, η επίτευξη ενός στόχου (μετάλλιο = καταξίωση, διορισμός, εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο ανεξεταστί) με αθέμιτα μέσα (παράνομες ουσίες) δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των αθλητών. Δεν μπορούν δηλαδή οι αθλητές να χαρακτηριστούν ως τα νοσηρά κύτταρα μιας κατά τ` άλλα υγιούς ελληνικής κοινωνίας. Σκεφτείτε το! Ποια είναι τα ιδανικά της νεοελληνικής κοινωνίας; Το ρουσφέτι, η αναξιοκρατία, το βόλεμα, η ελάχιστη προσπάθεια για το μέγιστο κέρδος. Ορδές ψηφοφόρων κατακλύζουν τα βουλευτικά γραφεία για κάποιο μικρο- ή μεγαλορουσφέτι. Η επικρατούσα άποψη είναι ότι «χωρίς μπάρμπα στην Κορώνη» δεν πας πουθενά. Δεν παίρνεις μετάθεση, δε διορίζεσαι, δε γίνεται η δουλειά σου. Συνεπώς, το αθέμιτο μέσο, το ρουσφέτι δηλαδή, είναι η μόνη λύση για την επίτευξη του στόχου μας. Μήπως το ίδιο δεν κάνουν και οι αθλητές; Ο στόχος είναι ο ίδιος, τα μέσα για τη επίτευξή του το ίδιο αθέμιτα, απλά διαφορετικής μορφής. Σα να λέμε δηλαδή ότι στη μια περίπτωση σκοτώνεις κάποιον με μαχαίρι και στην άλλη με πιστόλι. Το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο.
Για ποιο λόγο όμως το doping εγείρει τόσες αντιδράσεις, ενώ το ρουσφέτι θεωρείται ως ένα εγγενές χαρακτηριστικό της νεοελληνικής κοινωνίας; Γιατί το ρουσφέτι δεν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης σε τηλεοπτικά παράθυρα, σε επιστημονικά συμπόσια και στον τύπο; Γιατί δεν πουλάει τόσο όσο το doping; Μήπως είναι λιγότερο επιβλαβές για την κοινωνία μας; Σαφώς και όχι. Η αναξιοκρατία και η ευνοιοκρατία τρώνε σα σαράκι τα θεμέλια και της προοπτικές υγιούς ανάπτυξης της κοινωνίας μας. Όμως, δε σκοτώνουν, δε βλάπτουν την υγεία μας και κυρίως δεν κηλιδώνουν την εθνική μας αξιοπρέπεια. Δε ρίχνουν στον κάλαθο των αχρήστων επιτυχίες, που κάποτε μας έκαναν εθνικά περήφανους. Δεν καταστρέφουν είδωλα και ήρωες. Με λίγα λόγια το ρουσφέτι δε θίγει τους εθνικά ευαίσθητους αισθητήρες μας, όπως η ανακοίνωση κρούσματος doping σε κάποιον πρωταθλητή μας. Τότε εξοργιζόμαστε, καμωνόμαστε τους αδιάφθορους κριτές, ενώ συγχρόνως τα ζήτω και οι εθνικές μας κορώνες είναι αυτά που τρέφουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό των αθλητών. Την ίδια στιγμή στρουθοκαμηλίζουμε, ξεχνώντας ότι συχνά «ντοπάρουμε» τους εαυτούς μας με κάποιο ρουσφετάκι. Ο ντοπαρισμένος αθλητής ξεπουλά την υγεία του (ενίοτε και τη ζωή του) και την αθλητική του αξιοπρέπεια, εμείς το υπέρτατό μας όπλο απέναντι στην αυθαιρεσία των κυβερνώντων, την ψήφο μας.
Το doping λοιπόν δεν είναι αποκλειστικό πρόβλημα της αθλητικής ελίτ, αλλά αφορά όλη την αθλούμενη κοινότητα, ενώ σε τελική ανάλυση αποτελεί την άλλη όψη της παθογένειας που χαρακτηρίζει τη νεοελληνική κοινωνία. Συνεπώς, το doping είναι ένα αθλητικό πρόβλημα με ποικίλες κοινωνικές προεκτάσεις. Θα χαρώ πολύ για τα σχόλια και τις παρατηρήσεις σας.